Η γαστρονομία στην υπηρεσία των προορισμών

Α Decrease font Enlarge font
Η γαστρονομία στην υπηρεσία των προορισμών

Στην εποχή που ο τουρίστας αναζητά όλο και πιο αυθεντικές εμπειρίες κατά τη διάρκεια των ταξιδιών του, η τοπική γαστρονομία αναδεικνύεται σε όχημα τουριστικής ανάπτυξης ενός προορισμού αλλά και ενίσχυσης της τοπικής οικονομίας με την σύνδεση του αγροτοδιατροφικού τομέα με την τουριστική βιομηχανία. Δεν είναι μόνο οι λεγόμενοι foodies που αναζητούν γαστρονομικές εμπειρίες στα ταξίδια τους. Σύμφωνα με την Παγκόσμια Έκθεση για τον Τουρισμό Τροφίμων από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Τουρισμού, ο μέσος τουρίστας ξοδεύει περίπου το ένα τρίτο του προϋπολογισμού των διακοπών του σε τρόφιμα. Αυτό δείχνει το βαθμό στον οποίο εμπλέκεται αυτός ο τομέας με την εμπειρία του επισκέπτη.

Ο γαστρονομικός τουρισμός αναδεικνύεται πλέον σε ένα από τα καθοριστικά χαρακτηριστικά της ταυτότητας μιας περιοχής. Η δυναμική του γαστρονομικού τουρισμού είναι μεγάλη, κάτι που φαίνεται και από τα ευρήματα πρόσφατης έρευνας της μεγάλης διεθνούς πλατφόρμας ταξιδιωτικών κρατήσεων, Booking.com. Σύμφωνα με αυτήν:

  • το 54% των τουριστών επιθυμεί να αποκτήσει μοναδικές γαστρονομικές εμπειρίες στις διακοπές,
  • τέσσερις στους 10 ταξιδιώτες (41%) επιθυμούν να κάνουν διακοπές σε ανερχόμενους προορισμούς για το ποτό και το φαγητό τους,
  • το φαγητό θα αποτελέσει ακόμα και καθοριστικό παράγοντα στην επιλογή ταξιδιού με έναν στους 5 (22%) να σκοπεύει να ταξιδέψει σε κάποιον προορισμό απλώς και μόνο για το φαγητό του και το ένα τέταρτο (25%) να αποφεύγει συνειδητά προορισμούς που δεν φημίζονται για τη γαστρονομία τους,
  • τρεις στους 10 (29%) θα επιλέξουν προορισμό βάσει των κριτικών που συγκεντρώνουν τα τοπικά εστιατόρια,
  • το ένα τρίτο (31%) προγραμματίζει να τραβήξει περισσότερες φωτογραφίες φαγητού στα ταξίδια το 2018, ώστε να τις δημοσιεύσει στα social media και να τις κοινοποιήσει σε φίλους. Δεν είναι τυχαίο λοιπόν ότι και στην Ελλάδα όλο και περισσότεροι προορισμοί αναδεικνύουν τη γαστρονομική τους ταυτότητα στο πλαίσιο της τουριστικής τους προώθησης ενώ εκδηλώσεις, φεστιβάλ και άλλες δράσεις πραγματοποιούνται σε όλη τη χώρα, κυρίως κατά τη διάρκεια της τουριστικής περιόδου, επιχειρώντας να μυήσουν τους επισκέπτες στην τοπική κουζίνα και τα τοπικά προϊόντα.

Πρόσφατα μάλιστα ο Σύνδεσμος Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων (ΣΕΤΕ), σε συνεργασία με την Marketing Greece και το «Greek Gastronomy Guide», ξεκίνησε πιλοτικό πρόγραμμα ανάδειξης ελληνικών προορισμών με όχημα τη γαστρονομία. 

Ωστόσο μια βασική παράμετρος για την ενσωμάτωση της γαστρονομίας ενός προορισμού στο τουριστικό του προϊόν είναι κατ΄ αρχήν τα εστιατόρια και όλες οι επιχειρήσεις εστίασης ενός τόπου να συμπεριλάβουν στο μενού τους τοπικές συνταγές αλλά και τοπικές πρώτες ύλες ενώ αυτές οι επιλογές της εντοπιότητας θα πρέπει να αναγράφονται με σαφήνεια στο μενού και να προβάλλονται με κάθε δυνατό τρόπο στους πελάτες.

Αυτό πρέπει να γίνει σε όλες τις μονάδες εστίασης, στα εστιατόρια, τις ταβέρνες, τα ξενοδοχεία, τα καφέ-μπαρ ακόμα και τα καταστήματα γρήγορου φαγητού, καθώς το street food αποτελεί πλέον ισχυρή τάση. Το πρωινό, το μεσημεριανό, το σνακ, το δείπνο, όλα τα πιθανά γεύματα της ημέρας μπορούν να περιέχουν τοπικά προϊόντα και συνταγές και οι επισκέπτες ενός τόπου τα αναζητούν!

Στο πλαίσιο αυτό, ιδιαίτερο ρόλο παίζει και ο οινικός τουρισμός, με τα επισκέψιμα οινοποιεία να συμμετέχουν στην προσπάθεια αυτή, συμπληρώνοντας τη γαστρονομική ταυτότητα ενός προορισμού.

Πέρα από τις γευστικές δοκιμές, οι τουρίστες ολοένα και περισσότερο αναζητούν και δράσεις που τους προσφέρουν πιο βιωματικές εμπειρίες σε σχέση με τη γαστρονομία. Μαθήματα μαγειρικής, γευσιγνωσίες, οινογευσίες, food tours, συμμετοχή σε αγροτικές εργασίες παραγωγής τροφίμων (μάζεμα ελιάς, τρύγος, κ.ά.) προσελκύουν το ενδιαφέρον των ξένων επισκεπτών στη χώρα μας και μέσα από τις εμπειρίες αυτές, γίνονται οι καλύτεροι πρεσβευτές της ελληνικής γαστρονομίας στις χώρες τους.

Δράσεις

Be a Local: Τη μύηση των επισκεπτών στη γαστρονομία των νησιών του Νοτίου Αιγαίου, μέσα από παραδοσιακές συνταγές και αυθεντικά τοπικά προϊόντα, έχει στόχο η δράση «Be a local», που υλοποιείται από την Περιφέρεια Νοτίου Αιγαίου - Γαστρονομική Περιφέρεια της Ευρώπης 2019, σε συνεργασία με τις κατά τόπους Ενώσεις Ξενοδόχων, φορείς του τουρισμού και τη Λέσχη Αρχιμαγείρων Κυκλάδων και Δωδεκανήσου.

Οι ξενοδοχειακές μονάδες, που ήδη έχουν ξεκινήσει και υλοποιούν τη δράση «Be a local», έχουν διαμορφώσει αναλόγως τα μενού τους και προσφέρουν στους πελάτες τους αυθεντική γαστρονομική

εμπειρία, μέσα από παραδοσιακές συνταγές των νησιών, που παρουσιάζονται είτε στην πρωτότυπη μορφή τους, είτε εξελιγμένες στα πρότυπα της σύγχρονης νησιώτικης κουζίνας και παρασκευάζονται με γνήσια τοπικά προϊόντα.

Η πρωτοβουλία «Be a local», στην «αλυσίδα» της οποίας προστίθενται διαρκώς νέες ξενοδοχειακές μονάδες, μέσα από την προώθηση και ανάδειξη της νησιώτικης γαστρονομίας, έχει στόχο τη διασύνδεση του πρωτογενούς τομέα με την τουριστική βιομηχανία και κατ’ επέκταση, τη στήριξη των τοπικών παραγωγών, παράλληλα με άλλες δράσεις της περιφερειακής αρχής που κατατείνουν στον ίδιο στόχο, όπως είναι η συμμετοχή τους, δια μέσου της Περιφέρειας, στις μεγαλύτερες παγκοσμίως, εκθέσεις γαστρονομίας, τροφίμων και ποτών, με σκοπό την εξωστρέφεια και την αναγνωρισιμότητά τους σε νέες αγορές. 

Ελληνικό Πρωινό: Περισσότερα από 1070 ξενοδοχεία έχουν πλέον πιστοποιηθεί στο πρόγραμμα «Ελληνικό Πρωινό» του Ξενοδοχειακού Επιμελητηρίου Ελλάδος, που στόχο έχει να αναδείξει και να κάνει γνωστή σε Έλληνες και ξένους περιηγητές την ιδιαίτερη γαστρονομική κουλτούρα του κάθε τόπου, μέσα από το πρωινό των ξενοδοχείων. Το «Ελληνικό Πρωινό» αποτελεί το εγχείρημα του Ελληνικού Ξενοδοχειακού Επιμελητηρίου Ελλάδος να συνδέσει το γαστρονομικό πλούτο της χώρας μας με την εμπειρία του επισκέπτη των ξενοδοχείων.

Ένα δομημένο πρόγραμμα, το οποίο απαιτεί αυστηρή τήρηση συγκεκριμένων παραμέτρων από τα ξενοδοχεία-μέλη, ώστε να εξασφαλιστεί η ποιότητα και η αυθεντικότητα των προσφερόμενων προϊόντων και συνταγών. Για τον επισκέπτη, είναι μία εξαιρετική ευκαιρία να ανακαλύψει τη γαστρονομική και πολιτιστική κληρονομιά του προορισμού που έχει επιλέξει. 

Όλα τα προϊόντα που διατίθενται στο «Ελληνικό Πρωινό», είτε μεμονωμένα είτε ως συστατικά των συνταγών του, βρίσκονται στην καρδιά της μεσογειακής διατροφής. Ψωμί, παξιμάδια, ελαιόλαδο και ελιές, γιαούρτι, μέλι και φρέσκα φρούτα αποτελούν ορισμένα από αυτά.

We do local: Καλύπτει την ανάγκη για επιστροφή στις ρίζες και καλύτερη ποιότητα ζωής.

Μια επιχείρηση που πιστοποιείται καλύπτει την ανάγκη της να προσφέρει ένα προϊόν διαφορετικό, με ουσία, και ποιότητα, καθώς επίσης και να στηρίξει την οικονομία και τους ανθρώπους της τοπικής κοινωνίας.

Ως πρότυπο πιστοποίησης δημιουργήθηκε από την ώριμη συνεργασία των εταιρειών Τοπική Παραγωγή και Φιλοξενία Α.Ε. υπηρεσίες προώθησης We do local, Cosmocert Α.Ε. υπηρεσίες πιστοποίησης, και Local Food Experts s.c.e. υπηρεσίες ολοκληρωμένης ανάπτυξης. Απευθύνεται σε τουριστικές επιχειρήσεις και πιστοποιεί, επιβραβεύει και προωθεί τις υπηρεσίες τους, δίνοντας τους ένα επιπλέον μετρήσιμο εργαλείο προώθησης, στηρίζει, αναγνωρίζει & επιβραβεύει άλλα πρότυπα πιστοποίησης συμπεριλαμβάνοντας τα στα απαραίτητα κριτήρια πιστοποίησης όπως το ISO, Haccp, Travelife κ.α. Σκοπεύει να αναδείξει επιχειρήσεις που ακολουθούν μια σύγχρονη και αναγκαία επιχειρηματική προσέγγιση. Εκφράζεται μέσα από το σύνολο των ενεργειών και των υπηρεσιών που προσφέρουν, λειτουργώντας και στηρίζοντας την τοπική παραγωγή και φιλοξενία.

 

Ειδικό Σήμα Ποιότητας για την Ελληνική Κουζίνα: Είναι σήμα με ειδικό λογότυπο του Υπουργείου Τουρισμού και με την ένδειξη, ότι το Υπουργείο Τουρισμού πιστοποιεί ότι η συγκεκριμένη επιχείρηση προσφέρει ένα ικανοποιητικό επίπεδο εδεσμάτων Ελληνικής Κουζίνας σε συνδυασμό με αντίστοιχα ικανοποιητικό επίπεδο συνολικής παροχής υπηρεσιών.

Το ειδικό σήμα χορηγείται από το Υπουργείο Τουρισμού μετά από αίτηση του επιχειρηματία και εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις και τηρούνται οι διαδικασίες του παρόντος Τμήματος, η λήψη του είναι προαιρετική. 

Το Σήμα χορηγείται για μια τριετία στο όνομα του επιχειρηματία και αφορά στο συγκεκριμένο κέντρο εστίασης ή αναψυχής, για το οποίο υποβλήθηκε η σχετική αίτηση. Το σήμα ανανεώνεται ανά τριετία κατόπιν αίτησης του επιχειρηματία και μετά από σχετικό έλεγχο για τη διαπίστωση της τήρησης των προϋποθέσεων της χορήγησής του.

σχετικά άρθρα